Βιογραφία | Yann Tiersen

23/06/2018, 13:01 | Συντάκτης: Σοφία Παφτούνου

Ο Γιαν Τιρσέν (γαλλ.:Guillaume Yann Tiersen, γενν.: 23 Ιουνίου 1970) είναι Γάλλος μουσικός και συνθέτης, γνωστός για τη μεταβλητότητά του, τις μινιμαλιστικές συνθέσεις, και τη δεξιοτεχνία σε πολλά όργανα.

Τα περισσότερα από τα κομμάτια του περιλαμβάνουν πιάνο, ακορντεόν, μελόντικα και βιολί. Έχει Βέλγικες και Νορβηγικές ρίζες.

Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα σάουντρακ των ταινιών Αμελί και Good Bye Lenin! Το πρώτο είναι μία σύνθεση καινούριου και παλαιότερο υλικού που είχε κυκλοφορήσει. Ο Tiersen λατρεύει το πιάνο, το ακορντεόν και το βιολί, αλλά είναι γνωστός για τους πειραματισμούς του και τη χρήση σπάνιων και περίεργων μουσικών οργάνων αλλά και άλλων αντικειμένων που παράγουν ήχο, όπως η γραφομηχανή.

Η μουσική ζωή του Tiersen μοιάζει μ’ ένα αρτιστικό κύκλο με επίκεντρο την μουσική και περίμετρο κάθε τι που μπορεί να την παράγει. Από την κλασσική εκπαίδευση των πρώτων του χρόνων, περνά στo post-punk δυναμισμό της εφηβείας, συστήνεται στο ευρύ κοινό με ένα μινιμαλιστικό/νεοκλασσικό προσωπείο και στα 40 του αποφασίζει να επιστρέψει στο post στοιχείο των νεανικών του χρόνων για να το πάει ένα βήμα πιο πέρα.

Η μεγάλη καριέρα του Γάλλου μουσικού είναι μοιρασμένη μεταξύ των προσωπικών του album, των συνεργασιών και της σύνθεσης μουσικής για κινηματογραφικές ταινίες, με ήχο ιδιαίτερο και συνεχώς εξελισσόμενο. Χαρακτηρίζεται από την ευρεία χρήση μουσικών οργάνων με κύρια βάση την κιθάρα, το synthesizer και το βιολί συνοδευόμενα με ήχους από μελόντικα, ξυλόφωνο, παιδικό πιάνο, κύμβαλα, ακόμη και γραφομηχανή. Ο Tiersen πολλές φορές θεωρείται λανθασμένα ως συνθέτης μουσικής ταινιών, ο ίδιος δηλώνει: “Δεν είμαι συνθέτης και βασικά, δεν έχω κλασσικό υπόβαθρο”. Κυρίως ασχολείται με συναυλίες και studio albums, τα οποία τυγχάνει να είναι κατάλληλα για ταινίες. Το πιο διάσημο soundtrack του για την ταινία “Amelie”, περιέχει κυρίως κομμάτια από τα πρώτα του προσωπικά album.

Ο Yann Tiersen γεννήθηκε στην Βρετάνη της Γαλλίας το 1970. Ξεκίνησε να παίζει πιάνο στην ηλικία των τεσσάρων και δύο χρόνια αργότερα άρχισε την ενασχόληση του με το βιολί. Παρ ‘όλα αυτά, η ανάγκη για δημιουργία και έκφραση, τον φέρνουν, μερικά χρόνια αργότερα, έξω από τα στενά όρια της κλασσικής εκπαίδευσης, έχοντας αυτή τη φορά ως ‘παρτενέρ’ μια ηλεκτρική κιθάρα. Στα εφηβικά του χρόνια συμμετείχε σε αρκετά συγκροτήματα στην Ρεν, όπου και μεγάλωσε, παίζοντας Punk και Post-Punk. Μεγάλες επιρροές του, την εποχή εκείνη, οι Joy Division και οι Stooges. Σε ηλικία 20 ετών ο Tiersen αποφασίζει να ηχογραφήσει την δικές του συνθέσεις και να δημιουργήσει την προσωπική του μουσική καριέρα. Μεγάλος σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια η κλασσική του εκπαίδευση. Όπως αναφέρει ο ίδιος, η συσχέτιση του με την Ροκ του έδωσε το αναγκαίο κίνητρο για αυτοέκφραση και η μουσική του κατάρτιση το μέσο για να τη πραγματοποιήσει. Έτσι, ξεκινάει να ηχογραφεί τις πρώτες του μελωδίες στην κιθάρα, έχοντας ως βασική πηγή έμπνευσης το σινεμά και την λογοτεχνία. Παράλληλα ανακαλύπτει ξανά τα ακουστικά όργανα των πρώτων του χρόνων και αρχίζει να πειραματίζεται μαζί τους.

Η απόρροια των πρώτων του συνθέσεων είναι το ‘La Valse De Monstres’. Η πρώτη δισκογραφική του απόπειρα γίνεται το 1995 και αποτελείται κατά βάση από μικρής έκτασης κομμάτια. Από τις 17 συνολικά συνθέσεις του δίσκου, οι πρώτες 11 είναι εμπνευσμένες από την ταινία του Tod Browning ‘Freaks’ του 1932, ενώ οι υπόλοιπες 6 έχουν ως πηγή έμπνευσης το Γιαπωνέζικο μιούζικαλ του Yukio Mishima ‘The Damask Drum’. Η πρώτη έκδοση του δίσκου περιέχει μόνο 1000 κόπιες, παρ’ όλα αυτά επανεκδίδεται το 1998 μετά την επιτυχία του ‘Le Phare’. Αυτό που ξεχωρίζει από την πρώτη ακρόαση του ‘La Valse De Monstres’, είναι η απλή ενορχήστρωση και τα αντισυμβατικά όργανα που χρησιμοποιούνται. Το βιολί με την μελόντικα, το πιάνο με το ακορντεόν, η γραφομηχανή, το toy piano, όλα μαζί καταφέρνουν να παράγουν κάθε είδους συναίσθημα. Νοσταλγία, χαρά, λύπη, μελαγχολία, ευτυχία.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το δεύτερο άλμπουμ που ακολουθεί ένα χρόνο αργότερα. Στο ‘Rue des cascades’ ο Tiersen συνεργάζεται για πρώτη φορά με τους Claire Pichet (φωνητικά στα κομμάτια Rue des cascades και Naomi) και François-Xavier Schweyer (τσέλο στα κομμάτια C’était ici and La Fenêtre). Παρότι και αυτό το άλμπουμ περνά απαρατήρητο από τους κριτικούς, ο Tiersen καταφέρνει να τραβήξει τα βλέμματα πάνω του, μέσα από τις συναυλίες του. Η άψογη εκτέλεση των κομματιών και η ευκολία του να περνά από το ένα μουσικό όργανο στο άλλο, κεντρίζουν την προσοχή του κόσμου και του ανοίγουν την πόρτα για τα μεγάλα φεστιβάλ της Γαλλίας.

Η επόμενη χρονιά δεν περιέχει κάποια δισκογραφική απόπειρα, ωστόσο περιλαμβάνει την συνεργασία του Tiersen με ένα από τα μεγαλύτερα ροκ συγκροτήματα της Γαλλίας, τους Noir Desir. Πιο συγκεκριμένα, ο Tiersen αναλαμβάνει την ενορχήστρωση και την εκτέλεση του A ton étoile που περιλαμβάνεται στο ‘One Trip, One Noise’. Με τον Bertrand Cantat (τραγουδιστής των Noir Desir) θα συνεργαστεί ξανά δύο χρόνια μετά στο ‘Black Session’. Την ίδια εποχή έχουμε και την συνεργασία του Tiersen με τους Bastard από την οποία προκύπτει το ομώνυμο EP. Το EP περιέχει τα κομμάτια La Mancha, Twins και Marvelous Marvin Agler.

Η τρίτη του δισκογραφική δουλειά, με τίτλο ‘Le Phare’, είναι αυτή που το βγάζει από την αφάνεια και τον κάνει γνωστό στο Γαλλικό κοινό. Βασικός συντελεστής σε αυτήν την επιτυχία, η συνεργασία του με τον Dominique A. στο Monochrome, που σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει ραδιοφωνική επιτυχία στην Γαλλία. Αυτό που χαρακτηρίζει το δίσκο είναι ο συνδυασμός ταλέντου και ωριμότητας από πλευράς Tiersen. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα δύο άλμπουμ, που θύμιζαν περισσότερο συλλογές κομματιών παρά ενιαίο έργο, το ‘Le Phare’ διαθέτει συνοχή. Η ενορχήστρωση φορτώνεται λίγο περισσότερο, ενώ χρησιμοποιούνται αρκετοί φυσικοί ήχοι όπως ο βηματισμός στο εναρκτήριο Le quartier, το τρίξιμο του ξύλου στο La noyee και το σφύριγμα του τρένου που φεύγει στο Le Fromveur. Η Claire Pichet συμμετέχει σε ένα ακόμα δίσκο του κάνοντας φωνητικά στο La Rapture και ο Dominique A. συμμετέχει εκτελώντας τα Le Bras De mer και Monochrome. Τέλος, κρουστά στο δίσκο παίζει ο Sacha Toorop.

Το 1998, εκτός από το ‘Le Phare’, έχουμε και την πρώτη συμμετοχή του Tiersen σε κινηματογραφικό score. Κάπου εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε την διαφορά μεταξύ score και soundtrack μιας και συχνά συγχέονται. Κινηματογραφικό Soundtrack, θεωρείται η οποιαδήποτε μουσική επένδυση μιας ταινίας (βλέπε Amelie), ενώ από την άλλη ως κινηματογραφικό score οριοθετείται η μουσική που είναι γραμμένη αποκλειστικά και μόνο για μια συγκεκριμένη ταινία (βλέπε Tabarly). Αυτός είναι και ο λόγος που ο Tiersen δεν δέχτηκε ποτέ τον χαρακτηρισμό του Mr. Amelie. Η πρώτη του συμμετοχή, λοιπόν, σε κινηματογραφικό score είναι στο La Vie Rêvée Des Anges (The Dreamlife of Angels) για την οποία γράφει τα La Plage και Le Phare, ενώ παράλληλα επανασυνθέτει το Rue Des Cascades. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει και την μουσική επένδυση της μικρού μήκους ταινίας Le Cyclope de la Mer, που κυκλοφορεί την επόμενη χρονιά.

Η επιτυχία του ‘Le Phare’ σηματοδοτεί ένα διευρυμένο κύκλο συναυλιών από τον οποίο προκύπτει και το πρώτο live album του Tiersen. Η συναυλία δίνεται στο πλαίσιο των Black Sessions του γαλλικού ραδιοφώνου ‘France Inter’, το οποίο έχει φιλοξενήσει κατα καιρούς μεγάλα ονόματα της μουσικής όπως οι Radiohead, οι Belle & Sebastian, οι CocoRosie, οι Arctic Monkeys, ο Nick Cave κ.α.. Από το Black Session ξεχωρίζουν οι διασκευές σε Divine Comedy (Geronimo), David Bowie (Life on Mars), Mathieu Boogaerts (Bon voyage), The Married Monk (Roma amor), Dominique A (Les Forges), Les Têtes Raides (Ginette), καθώς και η πολύ όμορφη εκτέλεση του À ton étoile. Στο live συμμετέχουν οι Neil Hannon, Claire Pichet, Dominique A, Bertrand Cantat, Christian Olivier και Mathieu Boogaerts.

Ο τέταρτος δίσκος του Tiersen έρχεται το 1999. To ‘Tout est calme’, παρότι δεν φτάνει τα στάνταρ του προκατόχου του, δεν απογοητεύει. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι γραμμένες στο πιάνο, ενώ για πρώτη φορά ο Tiersen χρησιμοποιεί το στοιχείο της παύσης σε μεγάλη έκταση. Η αισθητική του δίσκου διαφέρει πολύ από τις τρεις προηγούμενες κυκλοφορίες. Η συμμετοχή της Βιενέζικης ορχήστρας σε κάποια από τα κομμάτια του δίσκου καθώς και η χρήση εγχόρδων δημιουργούν ένα σκοτεινό χαρακτήρα, τον οποίο είχαμε συναντήσει μέχρι τώρα μόνο στο δεύτερο μέρος του ‘La Valse des Monstres’. Χαρακτηριστικό του δίσκου είναι επίσης και οι πολλές συνεργασίες που φιλοξενεί. Πέρα από τους γνωστούς Neil Hannon, Sacha Toorop, Christian Quermalet και Têtes Raides, στο δίσκο συμβάλουν οι Lisa Germano, Françoiz Breut, Natacha Regnier, Marc Sens και Christine Ott. Αξίζει να σημειωθεί ότι στo ‘Tout est calme’ παρατηρείται για πρώτη φορά μια μεταστροφή σε αυτό που θέλει να παράγει ο Tiersen. Οι ακουστικές συνθέσεις του παρελθόντος δίνουν σιγά-σιγά την θέση τους στο παραμορφωμένο ήχο. Αυτός ο ηλεκτρισμός στον ήχο του θα συνοδεύσει από αυτό το σημείο έως και το πρόσφατο Skyline τις δουλειές του Γάλλου μουσικού.

To 2001 περιλαμβάνει δύο αξιοσημείωτα γεγονότα για την μετέπειτα πορεία του. Το πρώτο έχει να κάνει με την δημοσίευση του πέμπτου κατά σειρά δίσκου του, και το δεύτερο με το πολυσυζητημένο Soundtrack της Amelie. Η επιθυμία του σκηνοθέτη της ταινίας Jean-Pierre Jeunet να συνεργαστεί με τον ίδιο, γεννήθηκε όταν ταξιδεύοντας με τον βοηθό παραγωγής άκουσε κάποιες από τις πρώτες συνθέσεις του Tiersen. Ενθουσιασμένος από την ατμόσφαιρα των κομματιών, ζήτησε από τον γάλλο συνθέτη να δανειστεί κάποια από αυτά για την επικείμενη ταινία του.

Σε συνέντευξη του στο Rocking.gr ο Tiersen διευκρινίζει περί αυτού: “Για μένα η Αμελί δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Δεν έγραψα παρά μόνο ένα κομμάτι για αυτή την ταινία, ενώ τα υπόλοιπα είναι μουσική που υπήρχε ήδη, έξι χρόνια πριν την κυκλοφορία της ταινίας. Πρόκειται για μια ταινία που μου άρεσε και, στην πραγματικότητα, επέτρεψε στον κόσμο να ανακαλύψει τα πρώτα μου άλμπουμ. Ίσως γίνεται λίγο «βαρύ» και ενοχλούμαι όταν ο κόσμος αρχίζει να με ρωτάει πολλές ερωτήσεις γιατί δεν έχω να πω κάτι σχετικά με αυτό το θέμα πλέον. Απλώς, αυτοί οι άνθρωποι ζήτησαν να χρησιμοποιήσουν κομμάτια από το ‘La Valse Des Monstres’, το ‘Rue Des Cascades’ και το ‘Le Phare’, και με ρώτησαν αν ήθελα να γράψω και λίγα καινούρια κομμάτια και εγώ είπα «ναι». Αυτό είναι όλο. Αυτή η μουσική είχε ήδη «γίνει» και δεν είχε γίνει για να επενδύσει αυτή την ταινία. Συχνά, μερικά κομμάτια συνδέονται με κάποια στοιχεία της ταινίας, αλλά αυτό που μου φαίνεται ενοχλητικό είναι πως συνδέονται με ένα παρισινό φολκλόρ, το οποίο ειλικρινά βρίσκεται πολύ μακριά από μένα”.

Όπως αναφέρει λοιπόν και ο ίδιος, το Soundtrack της Amelie δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συλλογή τραγουδιών από τα τέσσερα πρώτα προσωπικά του άλμπουμ. Μια συλλογή που, παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να τον κάνει παγκοσμίως γνωστό και να τον συστήσει σε ένα μεγάλο αλλά και αρκετά ετερόκλητο κοινό. Κι εδώ προκύπτει η ένσταση του ίδιου του δημιουργού. Δυστυχώς, το περιεχόμενο της ταινίας οδήγησε στην δημιουργία μιας λανθασμένης εντύπωσης σχετικά με το είδος που εκπροσωπεί ο Tiersen. Όπως θα φανεί και στην συνέχεια, η σύνδεση του με το Γαλλικό φολκλόρ θα αποτελέσει εμπόδιο για τις μετέπειτα αλλαγές που θα επιχειρήσει να κάνει στον ήχο του.

Το ‘L’absente’ απομακρύνεται μακριά από την βαριά ατμόσφαιρα του ‘Tout est calme’ και περνά σε μια πιο αθώα και ρομαντική αισθητική. Από την άλλη, τα toy pianos, η μελόντικα και το ακορντεόν στην ενορχήστρωση επαναφέρουν την παιδικότητα που έλειπε από τον προηγούμενο δίσκο. Εκτός από το εξαιρετικό Les Jours Tristes, το ‘L’absente’ περιέχει το προσωπικό αγαπημένο La lettre d’explication, αλλά και το υψηλού επιπέδου Qu’en reste-t-il. Οι καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάζεται στο δίσκο είναι οι συνήθεις ύποπτοι: Dominique A, Neil Hannon, Lisa Germano και Les Têtes Raides. Από την περιοδεία για το δίσκο προκύπτει και το δεύτερο live album του Tiersen με τίτλο C’était ici, που ηχογραφείται στα τέλη του 2002 στο Παρίσι.

Η επόμενη δουλειά του προκύπτει το 2003 με το score της εξαιρετικής γερμανικής ταινίας Good bye Lennin!. Το Good bye Lennin! αποτελεί τον ορισμό ενός soundtrack. Είναι ένα έργο που συνοδεύει με απόλυτο τρόπο την ταινία, αλλά μπορεί να σταθεί εξίσου και μόνο του. Είναι ευαίσθητο, συναισθηματικό, έξυπνο, χιουμοριστικό. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι γραμμένες στο πιάνο και Προδίδουν σε κάθε νότα το ταλέντο του δημιουργού.

Κι αν το παρελθόν φανερώνει την τάση του Tiersen στις συνεργασίες, αυτή που ξαφνιάζει περισσότερο είναι εκείνη του 2004, με την Αμερικανίδα Shannon Wright. Για όσους δεν την γνωρίζουν, η Shannon φέρνει μουσικά κάτι σε PJ Harvey, πειραματιζόμενη πάνω στην indie και στην folk rock. Σε αυτό το άλμπουμ, λοιπόν, έχουμε την συνάντηση δύο διαφορετικών εξίσου ενδιαφερόντων μουσικών κόσμων. Η χημεία των δύο δείχνει αρκετά καλή κατά την διάρκεια του δίσκου και καταφέρνει να παράξει υπέροχα κομμάτια, όπως το Ode to a firend, το Something to live for ή το Callous Sun. Ο Tiersen μακριά από τα συνηθισμένα μονοπάτια του (με εξαίρεση ίσως το Dragon Fly) αποδεικνύει το πόσο άσκοπο είναι να βάζουμε ταμπέλες στην μουσική.

Η λίστα των συνεργατών του μεγαλώνει με κάθε του album. Ενώ συνέθετε το πέμπτο του album, «δάνεισε» τη μουσική του ευφυΐα στους Françoiz Breut και Les Têtes Raides για τα δικά τους album. Στο “Le Retrouvailles” του 2005 έχουν κάνει φωνητικά ο Stuart Staples των Tindersticks, η Jane Birkin, και η Elizabeth Fraser μέλος των Cocteau Twins. Έπαιξε επίσης πιάνο στο προσωπικό album του Staples «Lucky Dog recordings 03-04».

Το Les Retrouvailles περιλαμβάνει επίσης ένα DVD με μια ταινία μικρού μήκους με τίτλο La Traversée, σε σκηνοθεσία της Aurélie du Boys. Πρόκειται για σκηνές από τη δημιουργία του δίσκου στην Ushant, και ενσωματώνει ένα animated βίντεο για το τραγούδι, “Le Train”.

Από το συγκεκριμένο άλμπουμ κυκλοφορεί το single “Kala”, σε ερμηνεία της Elizabeth Fraser, και Tiersen.

Συνεχίζει με μια παγκόσμια περιοδεία το 2006 και στην δημιουργία του τρίτου live album του, με τίτλο On Tour, το οποίο κυκλοφόρησε μαζί με ένα DVD, σε σκηνοθεσία της Aurélie du Boys, τον Νοέμβριο 2006.

Το 2006, κυκλοφόρησε επίσης δύο singles, “La Mancha” και “La Rade”, και συμμετείχε στο The Endless Rise of the Sun, το τρίτο στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος Smooth, Raides à la ville, και 13m ² του David Delabrosse.

http://www.youtube.com/watch?v=H4Jyo9TcgPQ

Το 2008 επιστρέφει, ύστερα από απουσία πέντε ετών ως συνθέτης μουσικής για τον κινηματογράφο, συνθέτοντας τη μουσική για την Tabarly, ένα ντοκιμαντέρ του Pierre Marcel σχετικά με τον επονομαζόμενο Γάλλο ναυτικό, του πατέρα της Éric yachting Tabarly. Το ντοκιμαντέρ κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2008, ακριβώς δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Tabarly.

Τον Οκτώβριο του 2010 κυκλοφορεί το έκτο στούντιο άλμπουμ του, με τίτλο Dust Lane. Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε μεγάλο βαθμό στην Ushant, στη Γαλλία, ενώ τμήματά του ηχογραφήθηκαν και στις Φιλιππίνες. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ο Tiersen έχασε τη μητέρα του και ένα στενό φίλο. Τα τραγούδια βασίζονται σε ακουστική κιθάρα, μαντολίνο και μπουζούκι.

Στη συνέχεια κυκλοφόρησε το βινυλίου EP PALESTINE και το single από τον δίσκο “Ashes”.

 

Τον Οκτώβριο του 2011 κυκλοφορεί το έβδομο studio album του, που φέρει τον τίτλο Skyline.

Ξεχώρισαν τα singles “Monuments” και “I’m Gonna Live Anyhow”.

Στις 18 Φεβρουαρίου 2012, ο Tiersen με τον Laquerriere Lionel, και Thomas Poli, παρουσίασε το side project του, Elektronische Staubband, στο μουσικό φεστιβάλ La Route du Rock, στο Saint-Malo.

Ο Yann Tiersen ήταν παντρεμένος με την Βελγίδα ηθοποιό Natasha Regnier, αλλά έχει πλέον χωρίσει. Μαζί έχουν μία κόρη, τη Lise, γεννημένη το 2002.

Οι live εμφανίσεις του ποικίλουν πολύ. Κάποιες φορές συνοδεύεται από ορχήστρα και πολλούς συνεργάτες, άλλες φορές, πιο συχνά, προτιμά τα μινιμαλιστικά sessions, που συνήθως συνοδεύονται μόνο από ένα ντράμερ/μπασίστα και ένα κιθαρίστα με τον ίδιο να εναλλάσσεται μεταξύ του πιάνου, του ακορντεόν, του βιολιού, για τα πιο χαλαρά του κομμάτια και την ηλεκτρική κιθάρα για τα πιο δυνατά (κάπου εκεί που η Anant-Garde συναντά το rock). Τελευταία, βέβαια, έχει σχεδόν εγκαταλείψει το πιάνο, το ακορντεόν και το βιολί, εστιάζοντας περισσότερο στην ηλεκτρική κιθάρα, όπως φαίνεται από τις συναυλίες του το 2009 και 2010.

Δισκογραφία:

  • La Valse des Monstres (1995)
  • Rue des Cascades (1996)
  • Le Phare (1998)
  • Tout est Calme (1999)
  • Black Session (1999)
  • Amélie Original Soundtrack (2001)
  • L’Absente (2001)
  • C’était ici (2002)
  • Good Bye Lenin! Original Soundtrack (2003)
  • Yann Tiersen & Shannon Wright (2004)
  • Les Retrouvailles (2005)
  • On Tour (2006)
  • PALESTINE (vinyl EP) (2010)
  • Dust Lane (2010)
  • Skyline (2011)

 

Πηγές:

tsantala.gr

www.larissaonweb.gr

Επιμέλειαπροσαρμογή: Σοφία Παφτούνου, Ελένη Κεφαλληνού

(Visited 2,903 times, 1 visits today)

Τα περισσότερα από τα κομμάτια του περιλαμβάνουν πιάνο, ακορντεόν, μελόντικα και βιολί. Έχει Βέλγικες και Νορβηγικές ρίζες.

Έγινε ευρύτερα γνωστός από τα σάουντρακ των ταινιών Αμελί και Good Bye Lenin! Το πρώτο είναι μία σύνθεση καινούριου και παλαιότερο υλικού που είχε κυκλοφορήσει. Ο Tiersen λατρεύει το πιάνο, το ακορντεόν και το βιολί, αλλά είναι γνωστός για τους πειραματισμούς του και τη χρήση σπάνιων και περίεργων μουσικών οργάνων αλλά και άλλων αντικειμένων που παράγουν ήχο, όπως η γραφομηχανή.

Η μουσική ζωή του Tiersen μοιάζει μ’ ένα αρτιστικό κύκλο με επίκεντρο την μουσική και περίμετρο κάθε τι που μπορεί να την παράγει. Από την κλασσική εκπαίδευση των πρώτων του χρόνων, περνά στo post-punk δυναμισμό της εφηβείας, συστήνεται στο ευρύ κοινό με ένα μινιμαλιστικό/νεοκλασσικό προσωπείο και στα 40 του αποφασίζει να επιστρέψει στο post στοιχείο των νεανικών του χρόνων για να το πάει ένα βήμα πιο πέρα.

Η μεγάλη καριέρα του Γάλλου μουσικού είναι μοιρασμένη μεταξύ των προσωπικών του album, των συνεργασιών και της σύνθεσης μουσικής για κινηματογραφικές ταινίες, με ήχο ιδιαίτερο και συνεχώς εξελισσόμενο. Χαρακτηρίζεται από την ευρεία χρήση μουσικών οργάνων με κύρια βάση την κιθάρα, το synthesizer και το βιολί συνοδευόμενα με ήχους από μελόντικα, ξυλόφωνο, παιδικό πιάνο, κύμβαλα, ακόμη και γραφομηχανή. Ο Tiersen πολλές φορές θεωρείται λανθασμένα ως συνθέτης μουσικής ταινιών, ο ίδιος δηλώνει: “Δεν είμαι συνθέτης και βασικά, δεν έχω κλασσικό υπόβαθρο”. Κυρίως ασχολείται με συναυλίες και studio albums, τα οποία τυγχάνει να είναι κατάλληλα για ταινίες. Το πιο διάσημο soundtrack του για την ταινία “Amelie”, περιέχει κυρίως κομμάτια από τα πρώτα του προσωπικά album.

Ο Yann Tiersen γεννήθηκε στην Βρετάνη της Γαλλίας το 1970. Ξεκίνησε να παίζει πιάνο στην ηλικία των τεσσάρων και δύο χρόνια αργότερα άρχισε την ενασχόληση του με το βιολί. Παρ ‘όλα αυτά, η ανάγκη για δημιουργία και έκφραση, τον φέρνουν, μερικά χρόνια αργότερα, έξω από τα στενά όρια της κλασσικής εκπαίδευσης, έχοντας αυτή τη φορά ως ‘παρτενέρ’ μια ηλεκτρική κιθάρα. Στα εφηβικά του χρόνια συμμετείχε σε αρκετά συγκροτήματα στην Ρεν, όπου και μεγάλωσε, παίζοντας Punk και Post-Punk. Μεγάλες επιρροές του, την εποχή εκείνη, οι Joy Division και οι Stooges. Σε ηλικία 20 ετών ο Tiersen αποφασίζει να ηχογραφήσει την δικές του συνθέσεις και να δημιουργήσει την προσωπική του μουσική καριέρα. Μεγάλος σύμμαχος σε αυτή την προσπάθεια η κλασσική του εκπαίδευση. Όπως αναφέρει ο ίδιος, η συσχέτιση του με την Ροκ του έδωσε το αναγκαίο κίνητρο για αυτοέκφραση και η μουσική του κατάρτιση το μέσο για να τη πραγματοποιήσει. Έτσι, ξεκινάει να ηχογραφεί τις πρώτες του μελωδίες στην κιθάρα, έχοντας ως βασική πηγή έμπνευσης το σινεμά και την λογοτεχνία. Παράλληλα ανακαλύπτει ξανά τα ακουστικά όργανα των πρώτων του χρόνων και αρχίζει να πειραματίζεται μαζί τους.

Η απόρροια των πρώτων του συνθέσεων είναι το ‘La Valse De Monstres’. Η πρώτη δισκογραφική του απόπειρα γίνεται το 1995 και αποτελείται κατά βάση από μικρής έκτασης κομμάτια. Από τις 17 συνολικά συνθέσεις του δίσκου, οι πρώτες 11 είναι εμπνευσμένες από την ταινία του Tod Browning ‘Freaks’ του 1932, ενώ οι υπόλοιπες 6 έχουν ως πηγή έμπνευσης το Γιαπωνέζικο μιούζικαλ του Yukio Mishima ‘The Damask Drum’. Η πρώτη έκδοση του δίσκου περιέχει μόνο 1000 κόπιες, παρ’ όλα αυτά επανεκδίδεται το 1998 μετά την επιτυχία του ‘Le Phare’. Αυτό που ξεχωρίζει από την πρώτη ακρόαση του ‘La Valse De Monstres’, είναι η απλή ενορχήστρωση και τα αντισυμβατικά όργανα που χρησιμοποιούνται. Το βιολί με την μελόντικα, το πιάνο με το ακορντεόν, η γραφομηχανή, το toy piano, όλα μαζί καταφέρνουν να παράγουν κάθε είδους συναίσθημα. Νοσταλγία, χαρά, λύπη, μελαγχολία, ευτυχία.

Στο ίδιο μοτίβο κινείται και το δεύτερο άλμπουμ που ακολουθεί ένα χρόνο αργότερα. Στο ‘Rue des cascades’ ο Tiersen συνεργάζεται για πρώτη φορά με τους Claire Pichet (φωνητικά στα κομμάτια Rue des cascades και Naomi) και François-Xavier Schweyer (τσέλο στα κομμάτια C’était ici and La Fenêtre). Παρότι και αυτό το άλμπουμ περνά απαρατήρητο από τους κριτικούς, ο Tiersen καταφέρνει να τραβήξει τα βλέμματα πάνω του, μέσα από τις συναυλίες του. Η άψογη εκτέλεση των κομματιών και η ευκολία του να περνά από το ένα μουσικό όργανο στο άλλο, κεντρίζουν την προσοχή του κόσμου και του ανοίγουν την πόρτα για τα μεγάλα φεστιβάλ της Γαλλίας.

Η επόμενη χρονιά δεν περιέχει κάποια δισκογραφική απόπειρα, ωστόσο περιλαμβάνει την συνεργασία του Tiersen με ένα από τα μεγαλύτερα ροκ συγκροτήματα της Γαλλίας, τους Noir Desir. Πιο συγκεκριμένα, ο Tiersen αναλαμβάνει την ενορχήστρωση και την εκτέλεση του A ton étoile που περιλαμβάνεται στο ‘One Trip, One Noise’. Με τον Bertrand Cantat (τραγουδιστής των Noir Desir) θα συνεργαστεί ξανά δύο χρόνια μετά στο ‘Black Session’. Την ίδια εποχή έχουμε και την συνεργασία του Tiersen με τους Bastard από την οποία προκύπτει το ομώνυμο EP. Το EP περιέχει τα κομμάτια La Mancha, Twins και Marvelous Marvin Agler.

Η τρίτη του δισκογραφική δουλειά, με τίτλο ‘Le Phare’, είναι αυτή που το βγάζει από την αφάνεια και τον κάνει γνωστό στο Γαλλικό κοινό. Βασικός συντελεστής σε αυτήν την επιτυχία, η συνεργασία του με τον Dominique A. στο Monochrome, που σε σύντομο χρονικό διάστημα κατάφερε να γίνει ραδιοφωνική επιτυχία στην Γαλλία. Αυτό που χαρακτηρίζει το δίσκο είναι ο συνδυασμός ταλέντου και ωριμότητας από πλευράς Tiersen. Σε αντίθεση με τα προηγούμενα δύο άλμπουμ, που θύμιζαν περισσότερο συλλογές κομματιών παρά ενιαίο έργο, το ‘Le Phare’ διαθέτει συνοχή. Η ενορχήστρωση φορτώνεται λίγο περισσότερο, ενώ χρησιμοποιούνται αρκετοί φυσικοί ήχοι όπως ο βηματισμός στο εναρκτήριο Le quartier, το τρίξιμο του ξύλου στο La noyee και το σφύριγμα του τρένου που φεύγει στο Le Fromveur. Η Claire Pichet συμμετέχει σε ένα ακόμα δίσκο του κάνοντας φωνητικά στο La Rapture και ο Dominique A. συμμετέχει εκτελώντας τα Le Bras De mer και Monochrome. Τέλος, κρουστά στο δίσκο παίζει ο Sacha Toorop.

Το 1998, εκτός από το ‘Le Phare’, έχουμε και την πρώτη συμμετοχή του Tiersen σε κινηματογραφικό score. Κάπου εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε την διαφορά μεταξύ score και soundtrack μιας και συχνά συγχέονται. Κινηματογραφικό Soundtrack, θεωρείται η οποιαδήποτε μουσική επένδυση μιας ταινίας (βλέπε Amelie), ενώ από την άλλη ως κινηματογραφικό score οριοθετείται η μουσική που είναι γραμμένη αποκλειστικά και μόνο για μια συγκεκριμένη ταινία (βλέπε Tabarly). Αυτός είναι και ο λόγος που ο Tiersen δεν δέχτηκε ποτέ τον χαρακτηρισμό του Mr. Amelie. Η πρώτη του συμμετοχή, λοιπόν, σε κινηματογραφικό score είναι στο La Vie Rêvée Des Anges (The Dreamlife of Angels) για την οποία γράφει τα La Plage και Le Phare, ενώ παράλληλα επανασυνθέτει το Rue Des Cascades. Την ίδια περίοδο αρχίζει να γράφει και την μουσική επένδυση της μικρού μήκους ταινίας Le Cyclope de la Mer, που κυκλοφορεί την επόμενη χρονιά.

Η επιτυχία του ‘Le Phare’ σηματοδοτεί ένα διευρυμένο κύκλο συναυλιών από τον οποίο προκύπτει και το πρώτο live album του Tiersen. Η συναυλία δίνεται στο πλαίσιο των Black Sessions του γαλλικού ραδιοφώνου ‘France Inter’, το οποίο έχει φιλοξενήσει κατα καιρούς μεγάλα ονόματα της μουσικής όπως οι Radiohead, οι Belle & Sebastian, οι CocoRosie, οι Arctic Monkeys, ο Nick Cave κ.α.. Από το Black Session ξεχωρίζουν οι διασκευές σε Divine Comedy (Geronimo), David Bowie (Life on Mars), Mathieu Boogaerts (Bon voyage), The Married Monk (Roma amor), Dominique A (Les Forges), Les Têtes Raides (Ginette), καθώς και η πολύ όμορφη εκτέλεση του À ton étoile. Στο live συμμετέχουν οι Neil Hannon, Claire Pichet, Dominique A, Bertrand Cantat, Christian Olivier και Mathieu Boogaerts.

Ο τέταρτος δίσκος του Tiersen έρχεται το 1999. To ‘Tout est calme’, παρότι δεν φτάνει τα στάνταρ του προκατόχου του, δεν απογοητεύει. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι γραμμένες στο πιάνο, ενώ για πρώτη φορά ο Tiersen χρησιμοποιεί το στοιχείο της παύσης σε μεγάλη έκταση. Η αισθητική του δίσκου διαφέρει πολύ από τις τρεις προηγούμενες κυκλοφορίες. Η συμμετοχή της Βιενέζικης ορχήστρας σε κάποια από τα κομμάτια του δίσκου καθώς και η χρήση εγχόρδων δημιουργούν ένα σκοτεινό χαρακτήρα, τον οποίο είχαμε συναντήσει μέχρι τώρα μόνο στο δεύτερο μέρος του ‘La Valse des Monstres’. Χαρακτηριστικό του δίσκου είναι επίσης και οι πολλές συνεργασίες που φιλοξενεί. Πέρα από τους γνωστούς Neil Hannon, Sacha Toorop, Christian Quermalet και Têtes Raides, στο δίσκο συμβάλουν οι Lisa Germano, Françoiz Breut, Natacha Regnier, Marc Sens και Christine Ott. Αξίζει να σημειωθεί ότι στo ‘Tout est calme’ παρατηρείται για πρώτη φορά μια μεταστροφή σε αυτό που θέλει να παράγει ο Tiersen. Οι ακουστικές συνθέσεις του παρελθόντος δίνουν σιγά-σιγά την θέση τους στο παραμορφωμένο ήχο. Αυτός ο ηλεκτρισμός στον ήχο του θα συνοδεύσει από αυτό το σημείο έως και το πρόσφατο Skyline τις δουλειές του Γάλλου μουσικού.

To 2001 περιλαμβάνει δύο αξιοσημείωτα γεγονότα για την μετέπειτα πορεία του. Το πρώτο έχει να κάνει με την δημοσίευση του πέμπτου κατά σειρά δίσκου του, και το δεύτερο με το πολυσυζητημένο Soundtrack της Amelie. Η επιθυμία του σκηνοθέτη της ταινίας Jean-Pierre Jeunet να συνεργαστεί με τον ίδιο, γεννήθηκε όταν ταξιδεύοντας με τον βοηθό παραγωγής άκουσε κάποιες από τις πρώτες συνθέσεις του Tiersen. Ενθουσιασμένος από την ατμόσφαιρα των κομματιών, ζήτησε από τον γάλλο συνθέτη να δανειστεί κάποια από αυτά για την επικείμενη ταινία του.

Σε συνέντευξη του στο Rocking.gr ο Tiersen διευκρινίζει περί αυτού: “Για μένα η Αμελί δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Δεν έγραψα παρά μόνο ένα κομμάτι για αυτή την ταινία, ενώ τα υπόλοιπα είναι μουσική που υπήρχε ήδη, έξι χρόνια πριν την κυκλοφορία της ταινίας. Πρόκειται για μια ταινία που μου άρεσε και, στην πραγματικότητα, επέτρεψε στον κόσμο να ανακαλύψει τα πρώτα μου άλμπουμ. Ίσως γίνεται λίγο «βαρύ» και ενοχλούμαι όταν ο κόσμος αρχίζει να με ρωτάει πολλές ερωτήσεις γιατί δεν έχω να πω κάτι σχετικά με αυτό το θέμα πλέον. Απλώς, αυτοί οι άνθρωποι ζήτησαν να χρησιμοποιήσουν κομμάτια από το ‘La Valse Des Monstres’, το ‘Rue Des Cascades’ και το ‘Le Phare’, και με ρώτησαν αν ήθελα να γράψω και λίγα καινούρια κομμάτια και εγώ είπα «ναι». Αυτό είναι όλο. Αυτή η μουσική είχε ήδη «γίνει» και δεν είχε γίνει για να επενδύσει αυτή την ταινία. Συχνά, μερικά κομμάτια συνδέονται με κάποια στοιχεία της ταινίας, αλλά αυτό που μου φαίνεται ενοχλητικό είναι πως συνδέονται με ένα παρισινό φολκλόρ, το οποίο ειλικρινά βρίσκεται πολύ μακριά από μένα”.

Όπως αναφέρει λοιπόν και ο ίδιος, το Soundtrack της Amelie δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια συλλογή τραγουδιών από τα τέσσερα πρώτα προσωπικά του άλμπουμ. Μια συλλογή που, παρ’ όλα αυτά, κατάφερε να τον κάνει παγκοσμίως γνωστό και να τον συστήσει σε ένα μεγάλο αλλά και αρκετά ετερόκλητο κοινό. Κι εδώ προκύπτει η ένσταση του ίδιου του δημιουργού. Δυστυχώς, το περιεχόμενο της ταινίας οδήγησε στην δημιουργία μιας λανθασμένης εντύπωσης σχετικά με το είδος που εκπροσωπεί ο Tiersen. Όπως θα φανεί και στην συνέχεια, η σύνδεση του με το Γαλλικό φολκλόρ θα αποτελέσει εμπόδιο για τις μετέπειτα αλλαγές που θα επιχειρήσει να κάνει στον ήχο του.

Το ‘L’absente’ απομακρύνεται μακριά από την βαριά ατμόσφαιρα του ‘Tout est calme’ και περνά σε μια πιο αθώα και ρομαντική αισθητική. Από την άλλη, τα toy pianos, η μελόντικα και το ακορντεόν στην ενορχήστρωση επαναφέρουν την παιδικότητα που έλειπε από τον προηγούμενο δίσκο. Εκτός από το εξαιρετικό Les Jours Tristes, το ‘L’absente’ περιέχει το προσωπικό αγαπημένο La lettre d’explication, αλλά και το υψηλού επιπέδου Qu’en reste-t-il. Οι καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάζεται στο δίσκο είναι οι συνήθεις ύποπτοι: Dominique A, Neil Hannon, Lisa Germano και Les Têtes Raides. Από την περιοδεία για το δίσκο προκύπτει και το δεύτερο live album του Tiersen με τίτλο C’était ici, που ηχογραφείται στα τέλη του 2002 στο Παρίσι.

Η επόμενη δουλειά του προκύπτει το 2003 με το score της εξαιρετικής γερμανικής ταινίας Good bye Lennin!. Το Good bye Lennin! αποτελεί τον ορισμό ενός soundtrack. Είναι ένα έργο που συνοδεύει με απόλυτο τρόπο την ταινία, αλλά μπορεί να σταθεί εξίσου και μόνο του. Είναι ευαίσθητο, συναισθηματικό, έξυπνο, χιουμοριστικό. Οι περισσότερες συνθέσεις είναι γραμμένες στο πιάνο και Προδίδουν σε κάθε νότα το ταλέντο του δημιουργού.

Κι αν το παρελθόν φανερώνει την τάση του Tiersen στις συνεργασίες, αυτή που ξαφνιάζει περισσότερο είναι εκείνη του 2004, με την Αμερικανίδα Shannon Wright. Για όσους δεν την γνωρίζουν, η Shannon φέρνει μουσικά κάτι σε PJ Harvey, πειραματιζόμενη πάνω στην indie και στην folk rock. Σε αυτό το άλμπουμ, λοιπόν, έχουμε την συνάντηση δύο διαφορετικών εξίσου ενδιαφερόντων μουσικών κόσμων. Η χημεία των δύο δείχνει αρκετά καλή κατά την διάρκεια του δίσκου και καταφέρνει να παράξει υπέροχα κομμάτια, όπως το Ode to a firend, το Something to live for ή το Callous Sun. Ο Tiersen μακριά από τα συνηθισμένα μονοπάτια του (με εξαίρεση ίσως το Dragon Fly) αποδεικνύει το πόσο άσκοπο είναι να βάζουμε ταμπέλες στην μουσική.

Η λίστα των συνεργατών του μεγαλώνει με κάθε του album. Ενώ συνέθετε το πέμπτο του album, «δάνεισε» τη μουσική του ευφυΐα στους Françoiz Breut και Les Têtes Raides για τα δικά τους album. Στο “Le Retrouvailles” του 2005 έχουν κάνει φωνητικά ο Stuart Staples των Tindersticks, η Jane Birkin, και η Elizabeth Fraser μέλος των Cocteau Twins. Έπαιξε επίσης πιάνο στο προσωπικό album του Staples «Lucky Dog recordings 03-04».

Το Les Retrouvailles περιλαμβάνει επίσης ένα DVD με μια ταινία μικρού μήκους με τίτλο La Traversée, σε σκηνοθεσία της Aurélie du Boys. Πρόκειται για σκηνές από τη δημιουργία του δίσκου στην Ushant, και ενσωματώνει ένα animated βίντεο για το τραγούδι, “Le Train”.

Από το συγκεκριμένο άλμπουμ κυκλοφορεί το single “Kala”, σε ερμηνεία της Elizabeth Fraser, και Tiersen.

Συνεχίζει με μια παγκόσμια περιοδεία το 2006 και στην δημιουργία του τρίτου live album του, με τίτλο On Tour, το οποίο κυκλοφόρησε μαζί με ένα DVD, σε σκηνοθεσία της Aurélie du Boys, τον Νοέμβριο 2006.

Το 2006, κυκλοφόρησε επίσης δύο singles, “La Mancha” και “La Rade”, και συμμετείχε στο The Endless Rise of the Sun, το τρίτο στούντιο άλμπουμ του συγκροτήματος Smooth, Raides à la ville, και 13m ² του David Delabrosse.

http://www.youtube.com/watch?v=H4Jyo9TcgPQ

Το 2008 επιστρέφει, ύστερα από απουσία πέντε ετών ως συνθέτης μουσικής για τον κινηματογράφο, συνθέτοντας τη μουσική για την Tabarly, ένα ντοκιμαντέρ του Pierre Marcel σχετικά με τον επονομαζόμενο Γάλλο ναυτικό, του πατέρα της Éric yachting Tabarly. Το ντοκιμαντέρ κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2008, ακριβώς δέκα χρόνια μετά το θάνατο του Tabarly.

Τον Οκτώβριο του 2010 κυκλοφορεί το έκτο στούντιο άλμπουμ του, με τίτλο Dust Lane. Οι ηχογραφήσεις έγιναν σε μεγάλο βαθμό στην Ushant, στη Γαλλία, ενώ τμήματά του ηχογραφήθηκαν και στις Φιλιππίνες. Κατά τη διάρκεια των ηχογραφήσεων ο Tiersen έχασε τη μητέρα του και ένα στενό φίλο. Τα τραγούδια βασίζονται σε ακουστική κιθάρα, μαντολίνο και μπουζούκι.

Στη συνέχεια κυκλοφόρησε το βινυλίου EP PALESTINE και το single από τον δίσκο “Ashes”.

 

Τον Οκτώβριο του 2011 κυκλοφορεί το έβδομο studio album του, που φέρει τον τίτλο Skyline.

Ξεχώρισαν τα singles “Monuments” και “I’m Gonna Live Anyhow”.

Στις 18 Φεβρουαρίου 2012, ο Tiersen με τον Laquerriere Lionel, και Thomas Poli, παρουσίασε το side project του, Elektronische Staubband, στο μουσικό φεστιβάλ La Route du Rock, στο Saint-Malo.

Ο Yann Tiersen ήταν παντρεμένος με την Βελγίδα ηθοποιό Natasha Regnier, αλλά έχει πλέον χωρίσει. Μαζί έχουν μία κόρη, τη Lise, γεννημένη το 2002.

Οι live εμφανίσεις του ποικίλουν πολύ. Κάποιες φορές συνοδεύεται από ορχήστρα και πολλούς συνεργάτες, άλλες φορές, πιο συχνά, προτιμά τα μινιμαλιστικά sessions, που συνήθως συνοδεύονται μόνο από ένα ντράμερ/μπασίστα και ένα κιθαρίστα με τον ίδιο να εναλλάσσεται μεταξύ του πιάνου, του ακορντεόν, του βιολιού, για τα πιο χαλαρά του κομμάτια και την ηλεκτρική κιθάρα για τα πιο δυνατά (κάπου εκεί που η Anant-Garde συναντά το rock). Τελευταία, βέβαια, έχει σχεδόν εγκαταλείψει το πιάνο, το ακορντεόν και το βιολί, εστιάζοντας περισσότερο στην ηλεκτρική κιθάρα, όπως φαίνεται από τις συναυλίες του το 2009 και 2010.

Δισκογραφία:

  • La Valse des Monstres (1995)
  • Rue des Cascades (1996)
  • Le Phare (1998)
  • Tout est Calme (1999)
  • Black Session (1999)
  • Amélie Original Soundtrack (2001)
  • L’Absente (2001)
  • C’était ici (2002)
  • Good Bye Lenin! Original Soundtrack (2003)
  • Yann Tiersen & Shannon Wright (2004)
  • Les Retrouvailles (2005)
  • On Tour (2006)
  • PALESTINE (vinyl EP) (2010)
  • Dust Lane (2010)
  • Skyline (2011)

 

Πηγές:

tsantala.gr

www.larissaonweb.gr

Επιμέλειαπροσαρμογή: Σοφία Παφτούνου, Ελένη Κεφαλληνού

(Visited 2,903 times, 1 visits today)

Tralala Social Media